του Νικόλα Ανδρουλάκη, από τη στήλη Attention Manipulation, στο ellispoint.gr
Αρχικά σκέφτηκα να μη γράψω το συγκεκριμένο κείμενο. Να απεργήσω κι εγώ. Ιούλιος είναι, άλλωστε. Μια παραλία τραβιέται. Μετά σκέφτηκα πως δεν έχει νόημα να απεργείς αν δεν ασκείς κάποιου είδους έμμεσης βίας στο κράτος και τις άλλες κοινωνικές ομάδες. Κοινώς, αν κανένας δεν πάρει χαμπάρι πως απεργείς. Επίσης δεν είχα κάποιο άμεσο και συγκεκριμένο εκβιαστικό αίτημα. Περισσότερο να διαμαρτυρηθώ ήθελα που όταν χρειαστεί να έχεις, όπως εγώ, κάποιου είδους συναναστροφή με τις δημόσιες υπηρεσίες το καλοκαίρι είναι σα να ψάχνεις για βενζίνη εν μέσω απεργίας των βυτιοφόρων. Μία θηρευτική διαδικασία που οδηγεί στην ανασφάλεια, τον εκνευρισμό και, τελικά, την απόγνωση (με αυτή τη σειρά). Στο φινάλε, αν έχεις χιούμορ, ίσως το ρίξεις στο γέλιο, με τη ματαιότητα της υπόθεσης. Άλλωστε το χιούμορ είναι το μόνο γιατρικό σε καταστάσεις σουρεαλιστικού παραλογισμού.
Κι έτσι φτάνεις πάλι στη φιλοσοφία του «δε βαριέσαι, δεν πα’ να … και οι βενζινοπώλες καλοκαιριάτικα», όπου κανείς ποτέ δεν ταυτίζεται με τα –δίκαια ή άδικα- αιτήματα των απεργών (βλ. αεροδρόμιο) και τελικός νικητής είναι η τριβή και η απαξίωση μεταξύ των ομάδων της κοινωνίας. Με κάποιους κερδοσκόπους, όπως πάντα, να σφετερίζονται την αναστάτωση και τον πανικό του απεργιακού καύσωνα. Κι εσένα να στήνεσαι πενήντα λεπτά στην ουρά του πρατηρίου για το δικαίωμα στη μετακίνηση της φαμίλιας μέχρι κάποια –περιφραγμένη ή μη- ακρογιαλιά.
Τώρα θα μου πεις τι μιλάω εγώ… Που, πρώτον, γέμισα το ντεπόζιτο με «κονέ» επειδή έτυχε να έχω καλές δημόσιες σχέσεις με το βενζινάδικο της γειτονιάς μου (μου έριξαν σύρμα λίγο πριν την άφιξη του απεργοσπαστικού ιδιωτικού βυτίου) και δεύτερον ετοιμάζομαι για τριήμερο στη Μύκονο, με μεγάλο μέρος των εξόδων καλυμμένο από μαμά-μπαμπά. Πράγματι κι εγώ όπως οι περισσότεροι –καλομαθημένοι- συνομήλικοι μου δεν έχει χρειαστεί, μέχρι στιγμής, να ασκήσω βία στους συμπολίτες μου για τη διεκδίκηση των αναγκών μου. Και οι μόνες διαδηλώσεις που έχω παραστεί ήταν για τον πόλεμο στο Ιράκ και τον Αλέξη Γρηγορόπουλο. Ίσως γι’ αυτό παρακολουθώ με ανιδιοτελές, ειλικρινές μάτι τα κανιβαλικά σκηνικά με αυτοκίνητα να καβαλούνε πεζοδρόμια και να πηγαίνουν κόντρα στο ρεύμα κεντρικών λεωφόρων, για βρουν τρόπο διαφυγής από ένα ντόμινο ακινητοποιημένων οχημάτων.
Δευτέρα απόγευμα, μετά τη δουλειά. Οι δρόμοι ακινητοποιημένοι, σαν τις χολιγουντιανές ταινίες καταστροφής που όλοι τρέχουν να σωθούν ατάκτως ερριμένοι, λίγο πριν πέσει ο αστεροειδής. Σε εμάς ο κομήτης λέγεται «Αμόλυβδη τέλος». Και που να πας και τι να κάνεις με δίχως αμάξι;
Κι όμως. Κολλημένος στην ακινητοποιημένη λεωφόρο, με το ντεπόζιτο γεμάτο και δίχως κάτι να προσμένω, έσβησατη μηχανή, έβαλα μουσική, έκλεισα το κλιματιστικό κι άνοιξα τα τζάμια. Το δροσερό αεράκι του -στιγμιαία σιωπηλού- δειλινού με τα μοτέρ σβησμένα, είχε μια σουρεαλιστική ευτυχία. Όλοι έξω από τ’ αμάξια τους να μετρούνε μπροστινούς για να δουν αν θα προφτάσουν να γεμίσουν. Λες και μετρούσαν κύματα, «προβατάκια» πριν ξανοιχτούν στο πέλαγος. Άλλοι έβριζαν, άλλοι φλέρταραν την κοπελίτσα με το κάμπριο μπροστά κι άλλοι άναβαν τσιγάρο αργά, ιεροτελεστικά. Και η βραδιά βρήκε νόημα. Στην απόλυτη νέκρα, «ζωή».
Σαν συναυλία του Γούντστοκ σε εκδοχή drive-in. Με τη σκηνή να είναι το βενζινάδικο. Κάποιοι φανατικοί της μπάντας του Βενζινά τρέχουν. Πηδούν πάνω απ’ τη νησίδα με άδεια μπιτόνια στο χέρι. Ροκ σκηνικό. Η Μαλακάσα έφτασε στα νότια προάστια της Αθήνας. Ένα Unplugged συναυλιακό πανηγύρι με φόντο το ζεστό ηλιοβασίλεμα του Ιούλη. Λίγο πριν τη μεγάλη έξοδο του -Πυξ Λαξ- Βενζινοπώλη με την ανορθόγραφη, χειροποίητη ταμπέλα: «Αμόλιβδη τέλος». Βρισιές, μοτέρ ανάβουν, τσιγάρα πετιούνται με δύναμη στην άσφαλτο, και το κομβόι πάει γι άλλα. Λίγο κράτησε. Ας είναι. Άντε, και του χρόνου.

